cure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

cure  (fr)

Il a subi une cure longue et coûteuse. : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

curable, incurable

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες