cure

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

cure  (fr)

Il a subi une cure longue et coûteuse. : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία.

Συγγενικές λέξεις

curable, incurable

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/cure"