cure
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
cure (fr)
Il a subi une cure longue et coûteuse. : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία.
cure (fr)
Il a subi une cure longue et coûteuse. : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία.