cursor
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
cursor (en)
- ο δείκτης στα όργανα μέτρησης
- (πληροφορική) ο κέρσορας, ο δείκτης του σημείου που θα γίνει εισαγωγή αυτού που θα πληκτρολογηθεί