débiter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

débiter (fr)

  1. χρεώνω
    la banque a déjà débité l'achat de la voiture - η τράπεζα χρέωσε κιόλας την αγορά του αυτοκινήτου
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: créditer
  2. τεμαχίζω
    débiter la viande - τεμαχίζω το κρέας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]