débrayage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
débrayage débrayages

débrayage (fr) αρσενικό

  1. η αποσύμπλεξη
  2. το ντεμπραγιάζ
  3. (οικείο) η στάση εργασίας
    δείτε τη λέξη: grève

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]