déglingue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
déglingue déglingues

déglingue (fr) θηλυκό

  1. το ξεχαρβάλωμα, η κακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάτι που δεν διατηρείται σωστά
  2. (κατ’ επέκταση) τρέλα, παλαβομάρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]