dépôt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
dépôt dépôts

dépôt (fr) αρσενικό

  1. το ντεπό
  2. το ίζημα, το κατακάθι
    il y a un dépôt au fond de la tasse - υπάρχει ένα κατακάθι στον πάτο του φλιτζανιού
  3. το αμαξοστάσιο
    les bus retournent au dépôt - τα λεωφορεία γυρίζουν στο αμαξοστάσιο
  4. η κατάθεση χρημάτων
    j'ai fait un dépôt à la banque - έκανα μια κατάθεση στην τράπεζα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]