dépanneur
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- dépanneur < dépanner
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | dépanneur | dépanneurs |
| θηλυκό | dépanneuse | dépanneuses |
dépanneur (fr)
- ο τεχνίτης, ο τεχνικός (η λέξη χρησιμοποιείται για τον ηλεκτρολόγο, τον υδραυλικό, κλπ.)
- (Καναδάς) αρσενικό κατάστημα τροφίμων που παραμένει ανοιχτό πέρα από τις κανονικές ώρες των άλλων καταστημάτων