dérivée
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dérivée | dérivées |
dérivée (fr) θηλυκό
- (μαθηματικά) η παράγωγος
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dérivée | dérivées |
dérivée (fr) θηλυκό