désamorcer
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ρήμα [
]
désamorcer (fr)
- αφαιρώ την άκρη από κάτι
- διακόπτω τη λειτουργία
- (μεταφορικά) εξουδετερώνω
Πίνακας περιεχομένων |
désamorcer (fr)