damn
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
damn (en)
- καταδικάζω κάποιον να πάει στην κόλαση
- The official position is that anyone who does this will be damned for all eternity.
- καταδικάζω, στιγματίζω, σταμπάρω
- I’m afraid that if I speak out on this, I’ll be damned as a troublemaker.
- (βλάσφημο) καταριέμαι
- That man stole my wallet. Damn him!
[
]
[
]
Επίθετο
damn (en)
- (βλάσφημο, για να δηλώσει ένταση) διαολεμένος, καταραμένος
- Shut the damn door!
[
]
Επίρρημα
damn (en)
- (βλάσφημο) διαολεμένα
- That car was going damn fast!
[
]
Επιφώνημα
damn (en)
[
]
- dayum (αργκό, για έμφαση)
[
]
Ουσιαστικό
damn (en)
- η χρήση της λέξης "damn" για κατάρα
- (βλάσφημο) αμελητέα ποσότητα, πολύ μικρή αξία
- The new hires aren't worth a damn.
- (βλάσφημο) ελάχιστη προσοχή
- I don’t give a damn - Δε δίνω δυάρα.