dauphin
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- dauphin < daufin < δημώδης λατινική, dalfinus
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dauphin | dauphins |
dauphin (fr) αρσενικό
Ετυμολογία
- dauphin < Dauphiné
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | dauphin | dauphins |
| θηλυκό | dauphine | dauphines |
dauphin (fr) αρσενικό