debatable
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
debatable (en)
- συζητήσιμος, αμφισβητήσιμος, αυτός που είναι δυνατόν να προκαλέσει συζητήσεις
debatable (en)