decomposition
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
decomposition (en)
- η αποσύνθεση (ενός οργανικού υλικού)
- (χημεία) η διάσπαση ενός συνόλου στα συστατικά του