denouement
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
denouement (en)
- η ολοκλήρωση και λύση μιας πλοκής (στη λογοτεχνία ή μεταφορικά)
denouement (en)