der
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Δανικά (da)
[
]
Επίρρημα
der (da)
[
]
Γερμανικά (de)
| πτώση | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | πληθυντικός |
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | der | die | das | die |
| γενική | des | der | des | der |
| δοτική | dem | der | dem | den |
| αιτιατική | den | die | das | die |
[
]
Άρθρο
der (de)
- ο, ονομαστική ενικού του αρσενικού
- της, γενική ενικού του θηλυκού
- στην, δοτική ενικού του θηλυκού
- των, γενική πληθυντικού για όλα τα γένη
[
]
Αντωνυμία
der (de)
[
]
Νορβηγικά (no)
[
]
Επίρρημα
der (no)