derivative
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
derivative (en)
Ουσιαστικό [
]
derivative (en)
- (γραμματική) το παράγωγο, η παράγωγη λέξη
- (μαθηματικά) η παράγωγος
- (οικονομία) το παράγωγο