devastate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
devastate (en)
- καταστρέφω ολοκληρωτικά, ερειπώνω, ρημάζω
- προκαλώ σε κάποιον μεγάλη ανησυχία, ταραχή, θλίψη, τον διαλύω