device
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
device (en)
- συσκευή
- σχέδιο (συχνά παραπλανητικό), στρατήγημα
- (ρητορική) ρητορικό σχήμα (π.χ μεταφορά ή ειρωνεία)
- (οικόσημα) το προσωπικό έμβλημα κάποιου που τον διακρίνει από άλλα μέλη του ίδιου οίκου