diaphragm

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

diaphragm  (en)

  1. (ανατομία) το διάφραγμα (μεταξύ θώρακα και κοιλιάς ή άλλων οργάνων)
  2. διάφραγμα (για τη γυναικεία αντισύλληψη)
  3. διάφραγμα, λεπτή μεμβράνη σε μηχανισμούς, σε χημικά πειράματα κλπ
  4. το διάφραγμα της φωτογραφικής μηχανής
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες