die
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
die (en) (αόριστος died, μετοχή παρακειμένου died)
[
]
[
]
Ουσιαστικό
die (en) (πληθυντικός dice ή dies)
[
]
Γερμανικά (de)
| πτώση | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | πληθυντικός |
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | der | die | das | die |
| γενική | des | der | des | der |
| δοτική | dem | der | dem | den |
| αιτιατική | den | die | das | die |
[
]
Άρθρο
die (de)
- η, ονομαστική ενικού του θηλυκού
- την, αιτιατική ενικού του θηλυκού
- οι, τα, ονομαστική πληθυντικού για όλα τα γένη
- τους, τις, τα, αιτιατική πληθυντικού για όλα τα γένη
[
]
Αντωνυμία
- (αναφορική)
- (δεικτική)