diet
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
diet
(en)
η
δίαιτα
η
Δίαιτα
(νομοθετικό σώμα)
Ρήμα
[
]
diet
(en)
διαιτώμαι
, ακολουθώ μια δίαιτα
κάνω δίαιτα
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Esperanto
Eesti
Euskara
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
ລາວ
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Tiếng Việt
Vahcuengh
中文