diet
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
diet (en)
[
]
Ρήμα
diet (en)
- διαιτώμαι, ακολουθώ μια δίαιτα
- κάνω δίαιτα
diet (en)
diet (en)