discharge
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
discharge (en)
- απολύω, απαλλάσσω κάποιον από εργασία ή από κατηγορία
- απαλλάσσω κάποιον από θεραπεία, του επιτρέπω να βγει από το νοσοκομείο
- αποβάλλω, χύνω (για υγρά ή αέρια)
- χύνομαι (για ποτάμια)
- εκφορτίζω, αποβάλλω ηλεκτρικό φορτίο
- ξεπληρώνω ένα χρέος, εκπληρώνω/τελειώνω με μια υποχρέωση
- αδειάζω ένα όπλο πυροβολώντας
[
]
Ουσιαστικό
discharge (en)