disconnected

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

disconnected  (en)

  1. χωρίς σύνδεση, επαφή με κάτι άλλο
    he felt disconnected from his family
  2. αποσυνδεδεμένος (από κάποιο δίκτυο)
    There's no use trying to make a call on the disconnected phone.
  3. ασύνδετος, χωρίς λογική σύνδεση με κάτι άλλο
    disconnected phrases - ασύνδετες φράσεις

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

disconnected  (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος disconnect
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες