disguise
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
disguise (en)
[
]
Ρήμα
disguise (en)
- μεταμφιέζω
- κρύβω κάτι (π.χ. ένα σημάδι, ένα συναίσθημα, μία πράξη) για να μη μπορεί να αναγνωριστεί
- he tried to disguise his feelings