disjoint
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
disjoint (en)
- (μαθηματικά) ξένος, για σύνολα που δεν έχουν μεταξύ τους κοινά στοιχεία
- ...
disjoint (en)