dispensation
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
dispensation (en)
- η «κατ' οικονομίαν» εξαίρεση από την εφαρμογή ενός εκκλησιαστικού νόμου,