dissipate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
dissipate (en)
- (μεταβατικό) διαλύω, διασκορπίζω
- (αμετάβατο) διαλύομαι, διασκορπίζομαι
- (μεταβατικό) σκορπίζω (σπαταλώ)