distraction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
distraction (en)
- κάτι που αποσπά την προσοχή, περισπασμός
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
distraction (fr) θηλυκό
- η διασκέδαση
- η αφηρημάδα
[
]
- distractif - distractive
- distraction
- distractivité
- distraire
- distrait - distraite
- distraitement
- distrayant - distrayante