dodo

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

dodo  (fr) αρσενικό

Il fait dodo. Κάνει νανάκια.
Fais dodo, Colas, mon p'tit frère // Fais dodo, t'auras du lolo. Κάνε νάνι, Nικολάκη, αδερφούλη μου // Κάνε νάνι, και θάχεις γαλατάκι. (από παιδικό νανούρισμα)
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/dodo"