doucet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο []

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό doucet doucets
θηλυκό doucette doucettes

doucet  (fr)

  1. (παρωχημένο) γλυκύς, ευχάριστος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

  • δείτε τη λέξη: doux