down
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίρρημα
down (en)
- κάτω, χάμω, προς τα κάτω
- πίσω (χρονικά)
- μακριά (από)
- τελειωμένος, κανονισμένος
[
]
Επίθετο
down (en)
- πεσμένος, ξαπλωμένος
- κατεβασμένος
- κατερχόμενος
- θλιμμένος, λυπημένος, μελαγχολικός
- εκτός λειτουργίας
[
]
Ουσιαστικό
down (en)
- κάθοδος, κατάβαση, κατέβασμα, χαμήλωμα
- πέσιμο, πτώση, ελάττωση, μείωση
- τα κάτω, η κακή περίοδος
- αντιπάθεια, διχόνοια, έχθρα, έχθρητα, μίσος
- το πούπουλο
[
]
Ρήμα
down (en)
[
]
Πρόθεση
down (en)
- κάτω
- χαμηλότερα, προς τα κάτω
- κατά μήκος
[
] έκφραση
calm down: ηρεμώ, ησυχάζω