drop
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
drop (en)
[
]
Ρήμα
drop (en)
- πέφτω
- μειώνομαι
- αφήνω κάτι, το παρατάω, δεν ασχολούμαι άλλο μαζί του
- σκοτώνω με πυροβόλο όπλο
- ρίχνω κάποιον κάτω αναίσθητο