dub
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
- dub< αρχαίο αγγλικό dubban (χτυπώ)
Ρήμα
dub (en)
- κάνω κάποιον ιππότη
- αποκαλώ, τιτλοφορώ
- A man of wealth is dubbed a man of worth. Alexander Pope
Ετυμολογία
- dub< double
Ρήμα
dub (en)
- παράγω ένα αντίγραφο από μια αρχική μαγνητοφώνηση
- εγγράφω τον ήχο σε μια κινηματογραφική ταινία
- μεταγλωττίζω, αντικαθιστώ τους πρωτότυπους διαλόγους μιας ταινίας με μεταφρασμένους
- αναμιγνύω διαφορετικές ηχητικές εγγραφές για να παράγω μια καινούρια
Ουσιαστικό
dub (en)
- (μουσική) η ηχητική εγγραφή που προκύπτει μετά την αφαίρεση των φωνητικών από ένα μουσικό κομμάτι
- (μουσική) είδος ρέγκε μουσικής που περιλαμβάνει την [μείξη]] διαφορετικών ηχητικών εγγραφών
Συγγενικές λέξεις
Βοσνιακά (bs)
Ουσιαστικό
dub (bs)
Κροατικά (hr)
Ουσιαστικό
dub (hr)
- (παρωχημένο) η βελανιδιά
Σερβικά (sr)
Ουσιαστικό
dub (sr)
- λατινική γραφή του дуб
Σλοβακικά (sk)
Ουσιαστικό
dub (sk)
Κλίση
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| ονομαστική | dub | duby |
| γενική | duba, dubu | dubov |
| δοτική | dubu | dubom |
| αιτιατική | dub | duby |
| κλητική | dub, dube | duby |
| τοπική | dube | duboch |
| οργανική | dubom | dubmi, dubami |
Τσεχικά (cs)
Προφορά
Ουσιαστικό
dub (cs)
Συγγενικές λέξεις
Βολαπούκ (vo)
Πρόθεση
dub (vo)
Κατηγορίες: Αγγλική γλώσσα | Ρήματα (αγγλικά) | Ουσιαστικά (αγγλικά) | Μουσική (αγγλικά) | Βοσνιακή γλώσσα | Ουσιαστικά (βοσνιακά) | Κροατική γλώσσα | Ουσιαστικά (κροατικά) | Σερβική γλώσσα - λατινικό αλφάβητο | Ουσιαστικά (σερβικά-λατινικό αλφάβητο) | Σλοβακική γλώσσα | Ουσιαστικά (σλοβακικά) | Τσεχική γλώσσα | Ουσιαστικά (τσεχικά) | Γλώσσα βολαπούκ | Προθέσεις (βολαπούκ)