dulcet
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
dulcet (en)
- γλυκός (για ήχους), γλυκόφωνος, γλυκόλαλος
- (γενικότερα) ευχάριστος
- (παρωχημένο) γλυκός (στη γεύση)