dull
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
dull (en)
- ανιαρός, πληκτικός, βαρετός
- αμβλύς, όχι κοφτερός (πχ για ένα μαχαίρι)
- θαμπός, ματ, όχι ιδιαίτερα λαμπερός
- αργόστροφος