dupe
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- dupe < duppe, αστεϊσμός βασιζόμενος στην παρεμφερή προφορά με το huppe, τσαλαπετεινός, που θεωρείται ανόητο πουλί
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dupe | dupes |
dupe (fr) αρσενικό
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dupe | dupes |
dupe (fr) αρσενικό ή θηλυκό