dwell
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
dwell
(en)
(
αόρ.
:
dwelt
,
παθ. μτχ.
:
dwelt
)
κατοικώ
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ρήματα (αγγλικά)
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
English
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Limburgs
ລາວ
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tagalog
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文