dysfunction
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
dysfunction (en)
- η δυσλειτουργία, κυρίως ενός οργάνου του σώματος ή μια διαταραχή του νου ή μια συμπεριφορά ασύμβατη με τα κοινωνικά δεδομένα
- erectile dysfunction - στυτική δυσλειτουργία