earpiece

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ear + piece

an earpiece from a set of headphones

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

earpiece (en)

  1. ακουστικό που τοποθετείται μέσα ή κοντά στο αφτί
    Holding the earpiece to my ear, I could hear him speaking clearly.
  2. ο βραχίονας που στηρίζει τα γυαλιά οράσεως στο αφτί
    My glasses won't stay on, as I've broken the left earpiece.