eatable
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
eatable (en)
- φαγώσιμος, που μπορείς να τον φας
[
]
Ουσιαστικό
eatable (en)
eatable (en)
eatable (en)