effect
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
effect (en)
- το αποτέλεσμα
- το εφέ
- η ισχύς (όταν κάτι αρχίζει να ισχύει)
- come into effect - τίθεμαι σε ισχύ
- in effect: στην πραγματικότητα, στην πράξη