effect
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
effect
(en)
το
αποτέλεσμα
το
εφέ
η
ισχύς
(όταν κάτι αρχίζει να ισχύει)
come into
effect
- τίθεμαι σε ισχύ
in effect
: στην πραγματικότητα, στην πράξη
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
ລາວ
മലയാളം
Nederlands
Polski
Português
Русский
Simple English
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
中文