effet
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| effet | effets |
effet (fr) αρσενικό
- το αποτέλεσμα, η συνέπεια