elated
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
elated (en)
- πανευτυχής, καταχαρούμενος
- the elated teacher communicated his confidence in his students
- ο πανευτυχής καθηγητής μετέδωσε την εμπιστοσύνη του στους φοιτητές του
- the elated teacher communicated his confidence in his students