elated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

elated  (en)

  1. πανευτυχής, καταχαρούμενος
    the elated teacher communicated his confidence in his students
    ο πανευτυχής καθηγητής μετέδωσε την εμπιστοσύνη του στους φοιτητές του
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες