elementary
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
elementary (en)
- στοιχειώδης (βασικός, θεμελιώδης)
- στοιχειώδης, για τη στοιχειώδη εκπαίδευση, το δημοτικό σχολείο
- στοιχειώδης (για τα υποατομικά σωματίδια)