eliminate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
eliminate (en)
- (μεταβατικό) εξαλείφω, εξαφανίζω, απαλλάσσομαι από κάτι
- (μεταβατικό) νικώ και αποκλείω κάποιον αντίπαλο, τον βγάζω εκτός συναγωνισμού
- (αργκό) σκοτώνω
- (φυσιολογία) αποβάλλω (για σωματικές λειτουργίες)
- substances eliminated in urine - ουσίες που αποβάλλονται με τα ούρα