elliptical
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
elliptical (en)
- ελλειπτικός, που έχει σχήμα παρόμοιo με έλλειψη, οβάλ
- ελλειπτικός, που χαρακτηρίζεται από ελλειπτικότητα (για λόγο, πρόταση κλπ)
- (μαθηματικά) (σπάνιο) → δείτε τη λέξη: elliptic