emergency
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
emergency (en)
[
]
Επίθετο
emergency (en)
- που γίνεται λόγω εκτάκτου ανάγκης, για να αποφευχθεί άμεσος κίνδυνος
- emergency landing: αναγκαστική προσγείωση