emphasize

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

emphasize (en)

  1. δίνω έμφαση, τονίζω, υπογραμμίζω
    reformers emphasized changes in the curriculum
    οι μεταρρυθμιστές τόνισαν τις (αναγκαίες) αλλαγές στα προγράμματα των σχολείων