emphasize
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
emphasize (en)
- δίνω έμφαση, τονίζω, υπογραμμίζω
- reformers emphasized changes in the curriculum
- οι μεταρρυθμιστές τόνισαν τις (αναγκαίες) αλλαγές στα προγράμματα των σχολείων
- reformers emphasized changes in the curriculum