emprunt
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- emprunt < emprunter
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| emprunt | emprunts |
emprunt (fr) αρσενικό
- το δάνειο (που παίρνει κάποιος)