enclave
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- enclave < γαλλική enclave (από το 1868)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
enclave (en)
- μια πολιτική, πολιτιστική ή κοινωνική οντότητα (ή τμήμα της) που περιβάλλεται εξολοκλήρου από άλλη
- The republic of San Marino is an enclave of Italy.
- θύλακος
- The streets around Union Square form a Protestant enclave within an otherwise Catholic neighbourhood.
- μια ομάδα που απομονώνεται από τον υπόλοιπο πληθυσμό
- ...it tends to make marriage itself a lifestyle enclave.
[
]
Σημειώσεις
Με τον όρο enclave εννοούμε μια περιοχή που περιβάλλεται από μια άλλη περιοχή, ενώ με τον όρο exclave μια περιοχή αποκομμένη από τη χώρα της. Οι δύο έννοιες συνήθως ταυτίζονται, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Περιφέρεια του Καλίνιγκραντ που είναι αποκομμένη από το ρωσικό κράτος, αλλά δεν περιβάλλεται εξολοκλήρου από άλλα κράτη. Το Λεσόθο αντίθετα περιβάλλεται εξολοκλήρου από τη Ν.Αφρική χωρίς να ανήκει σε άλλη οντότητα. Στην κοινή γλώσσα μόνο ο όρος enclave απαντάται. Βλέπε και List of enclaves and exclaves στην αγγλική Βικιπαίδεια.
[
]
Δείτε επίσης
[
]
- Habits of the Heart: Individualism and Commitment in American Life - Page 74
by Robert Neelly Bellah, William M. Sullivan, Ann Swidler, Steven M. Tipton, Richard Madsen - 1996
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- enclave < enclaver
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
[
]
enclave (fr) θηλυκό
- μια πολιτική, πολιτιστική ή κοινωνική οντότητα (ή τμήμα της) που περιβάλλεται εξολοκλήρου από άλλη
- θύλακος
[
]
- enclave
- enclavement
- enclaver